ένα μη κερδοσκοπικό και μη εμπορικό πολιτιστικό ιστολόγιο - a non profit and a non commercialized cultural blog

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Πόντος: Μοναχισμός και μοναστήρια


Η αρχή της σύστασης της Εκκλησίας στον ιστορικό και καππαδοκικό Πόντο ταυτίζεται με την εμφάνιση του ασκητισμού στην περιοχή, όπου πρώτος ο Απόστολος Ανδρέας με κίνδυνο της ζωής του δίδαξε τη χριστιανική θρησκεία. Η πρώτη μονή ιδρύθηκε από τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος οργάνωσε τη μοναστική ζωή του Πόντου, όταν μαζί με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο μόνασαν στην κοιλάδα του ποταμού Ίριδα και μελέτησαν και νομοθέτησαν τη μοναχική ζωή.
Στο πνεύμα αυτών των πατέρων, λοιπόν, ιδρύθηκαν στην προικισμένη με φυσικές καλλονές περιοχή της Τραπεζούντας και γύρω από αυτήν, τα μοναστήρια του Πόντου. Το χαρισματικό εξωκοσμικό περιβάλλον γρήγορα έγινε το κέντρο του κοινόβιου ασκητισμού. Η επίλυση του στεγαστικού και ασκητευτικού προβλήματος πολλών μοναχών στις απάτητες βουνοκορφές δημιούργησε τους «συνοικισμούς των μοναχών», που αργότερα με την οικοδόμηση θαυμάσιων κτισμάτων και ιερών ναών μετεξελίχθηκαν σε αυτοτελή ιδρύματα και μοναστήρια. Εμπνευσμένος από τη μοναστική ζωή της πατρίδας του Τραπεζούντας, ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ίδρυσε το πρώτο αγιορείτικο μοναστήρι.
Τα μοναστήρια αποτελούσαν πάντα τους προμαχώνες της Ορθοδοξίας και τους τόπους υλοποίησης του χριστιανικού ιδεώδους. Εκεί καλλιεργήθηκε συστηματικά στο πέρασμα των αιώνων η σύνδεση του χριστιανισμού και του Ελληνισμού, της γνώσης και της πίστης της θείας και ανθρώπινης σοφίας. Το ιεραποστολικό έργο των μονών πολλές φορές επεκτάθηκε και έξω από τα γεωγραφικά όρια του Πόντου, με τη μεταλαμπάδευση της χριστιανικής γνώσης στους λαούς της Ανατολής, Λαζούς, Απχαζίους, Γεωργιανούς, Σκύθες κ.ά. Οι μορφωμένου, τις περισσότερες φορές, πατέρες δεν εργάστηκαν μόνο για τη διατήρηση της θρησκευτικής και εθνικής συνείδησης των υπόδουλων Ελλήνων, αλλά στάθηκαν στο πλευρό τους κάθε φορά που μαρτύρησαν στις επάλξεις της Ορθοδοξίας, όταν μετέτρεπαν τα μοναστήρια σε άσυλα και αναρρωτήρια για τους διωκόμενους Έλληνες. Για αυτό το λόγο κατά τον Ε. Κυριακίδη «όπου τα μοναστήρια διεσώθησαν, εκεί ο χριστιανισμός έμεινε αμιγής, όπου δε αυτά κατεστράφησαν εκεί και ούτος τέλειον συνεξέλιπε».
Στις πιο δύσβατες και απόκρημνες περιοχές του Πόντου, ιδρύθηκαν και κραταιώθηκαν τα σπουδαιότερα ορθόδοξα μοναστήρια, ο συνολικός αριθμός των οποίων είναι άγνωστος. Μόνο στην περιοχή της Χαλδίας ο Γ.Θ. Κανδηλάπτης απαριθμεί πάνω από είκοσι. Αυτά είναι: Η μονή της Παναγίας Γουμερά, του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά, η Σταυροπηγιακή μονή του Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά, του Αγίου Γεωργίου Χάρσερας, του Αγίου Γεωργίου Κελώρης στη Χερίαινα, της Ζωοδόχου Πηγής την Πράσαρη, της Γεννήσεως Θεοτόκου Καλούλ, της Ζωοδόχου Πηγής στο Δεβρεντσή, της Ζωοδόχου Πηγής, στον Αληθινό Κρώμνης  και τη μονή του Καστροτείχου του Αγίου Βασιλείου Αστέρος στη Χάρσερα, του Αγίου Γεωργίου Λερμούχου ή Ζαντού, τα γυναικεία μοναστήρια του Προδρόμου Ιωάννου της Ίμερας  και του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Αγρίδιο, της Κοιμήσεως Θεοτόκου στη Χατουρά, της Μικρέσσας στη Κρώμνη, του Αγίου Ιωάννου Αργυρουπόλεως, του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, του Αγίου Στεφάνου στο Λιβάδι, της Γεννήσεως της Θεοτόκου  στην ενορία Μαρτίν του Δεμερτζήκιου, της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Αμπρικάντων, της Ζωοδόχου Πηγής  Αμπρικάντων, του Τιμίου Προδρόμου Φυτιάνων και της Ευαγγελίστριας στο Σιμικλί του Κιουρτουνίου. Γνωστά μοναστήρια στις άλλες περιοχές του Πόντου ήταν το μοναστήρι πάνω στα ερείπια του κάστρου του Ακρίτα (Λευκόπετρα), της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Γεράσαρης στο χωριό Καλιάτιπι. Στην επισκοπή Νικοπόλεως υπήρχαν άλλα τρία μοναστήρια στα χωριά Μπαλτζάνα, Αλούτζε,  και Παναγία στην περιφέρεια του Επές, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Όλασα κοντά στην τοποθεσία «Τρασιανότ». Υπήρχε ακόμα στον Πόντο κοντά στα Σούρμενα η μονή των Ασωμάτων στην εκκλησιαστική περιοχή  της οποίας αποκρούστηκε ο Χάνος των Τουρκομάνων Βαϊραμπέγ από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα του Μανουήλ Β', του Αγίου Ευγενίου, της Αγίας Σοφίας, του Αγίου Φιλίππου, της Παναγίας Θεοσκέπαστου, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Γεωργίου Νύσσης στην Τραπεζούντα, του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά, της ιεράς μονής του Στύλου, του Αγίου ιερομάρτυρος Φωκά, του Αγίου  Φωκά του Διάπλου, του Αγίου Ιωάννου στην Αμάσεια, της Αγίας Βαρβάρας , του Αγίου Ανδρέα και της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Επιφανείου και Αγίου Γεωργίου κοντά στην Κερασούντα και της Παναγίας Θεοτόκου στο χωριό Πράσαρη.
Πολλές μονές διέθεταν σπουδαίες βιβλιοθήκες με πολύτιμα χειρόγραφα, τα περισσότερα των οποίων έχουν συληθεί, και σχολές όπου φοιτούσαν διαπρεπείς επιστήμονες και δημογέροντες, παρά τις αντιδράσεις των μωαμεθανών γειτόνων τους.
Πάντως, η μοναστική ζωή του Πόντου έγινε παγκοσμίως γνωστή από τα τρία θαυματουργά σταυροπηγιακά μοναστήρια, της Παναγίας Σουμελά, του Ιωάννη του Βαζελώνα, και του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. 



Παναγία Σουμελά


Η ιερή μονή της Παναγίας Σουμελά βρισκόταν στο όρος Μελά, απ' όπου έλαβε το όνομά της (σου Μελά). Σύμφωνα με τη παράδοση, το 386 οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες κορφές του Πόντου, έπειτα από αποκάλυψη της Παναγίας, στο σημείο όπου μεταφέρθηκε από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Οι νεώτερες επιστημονικές έρευνες τοποθετούν την ίδρυση της μονής στον 10ο αιώνα, όταν η εικόνα μεταφέρθηκε στον Πόντο από το ναό της Παναγίας Αθηνιώτισσας στην Αθήνα, εξαιτίας της επιδρομής των Σαρακηνών. Άλλη μια άποψη τοποθετεί τη μεταφορά της εικόνας στον 9ο αιώνα. Βέβαιο πάντως είναι, κατά τον Χρύσανθο Τραπεζούντας, ότι η μονή Σουμελά είναι μια από τις αρχαίες μονές της Τραπεζούντας.
Κοντά στο σπήλαιο-εκκλησία όπου τοποθετήθηκε η εικόνα, στα 1860 κτίστηκε ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας με εβδομήντα δύο δωμάτια, βιβλιοθήκες και άλλους λειτουργικούς χώρους για τους προσκυνητές. το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, κατά την παράδοση, με θαυματουργό τρόπο, με το αγιασματικό νερό που αναβλύζει μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. οι θεραπευτικές ιδιότητες του έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Η μονή υπέφερε κατά καιρούς από τις επιδρομές των αλλόπιστων και κλεφτών. Αρκετά περιστατικά συνδέονται με θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και της Τραπεζούντας. Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλια. Αυτή η εύνοια που έδειξαν οι αυτοκράτορες δεν είναι απόρροια μόνο θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης, όπως η διάσωση του Αλέξιου του Γ ' από φοβερό ναυάγιο. Αλλά και οι σουλτάνοι είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Αναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σαλίμ Α' που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού μέχρι το 1922, όταν οι Τούρκο αφού λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι, διαπράττοντας το μεγάλο έγκλημα της πολιτιστικής γενοκτονίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας που μελέτησαν οι Α. Ντάισμαν και Ν. Βέης, τα 34 προέρχονταν από τη μονή της Παναγίας Σουμελά.


Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος


Το παλαιότερο μοναστήρι του Πόντου είναι ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, σαράντα χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα που κτίστηκε στην περιοχή Ζαβουλών ή Βαζελών στα 270 μ.Χ. κατά την παράδοση. Απέκτησε ξεχωριστή φήμη την περίοδο της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Στα αρχεία της μονής βρέθηκαν κώδικες με αντίγραφα των χρυσόβουλων που δώρισαν οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, δωρητήρια πιστών, πωλητήρια και δικαστικές αποφάσεις. Μεγάλο μέρος του αρχειακού υλικού βρίσκεται στην Πετρούπολη, κλεμμένο από τον Ρώσο αρχαιολόγο Ουσπένσκι. Πολλά στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο των κωδίκων της μονής μας διασώζουν τα τελευταία χρόνια εξειδικευμένοι ερευνητές μέσα από διάφορα αρχεία ευρωπαϊκών χωρών.


Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας


Σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων από την Τραπεζούντα στην περιοχή της Γαλλίαινας, ιδρύθηκε στα 752 το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, που κατά την παράδοση οφείλει το όνομά του στα τρία θεόσταλτα περιστέρια που οδήγησαν τους τρεις ασκητές από τα Σούρμενα για να κτίσουν το παρεκκλήσι του. Οι ασκητές έκτισαν τα πρώτα καταλύματά τους στον τεράστιο βράχο, με ύψος είκοσι πέντε μέτρων από τη δυτική πλευρά και οκτακοσίων από την ανατολική.
Στους δώδεκα αιώνες της ζωής του, το μοναστήρι προσέφερε υπηρεσίες στην Εκκλησία αλλά και στο γένος. Ήταν πάντα στη διάθεση των προσκυνητών. Το ταμείο του συντηρούσε φτωχές ελληνικές οικογένειες, χήρες, ορφανά, αλλά και σχολεία και μισθοδοτούσε τους εκπαιδευτικούς. Αγαπήθηκε πολύ από τους χριστιανούς αλλά και από τους μουσουλμάνους της γύρο περιοχής με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Βαγιαζήτ τον Β', ο οποίος χάρισε μεγάλα χρηματικά ποσά για την κατασκευή νέων ξενώνων.
Η μονή διέθετε πολύ αξιόλογη βιβλιοθήκη με ανεκτίμητης αξίας χειρόγραφα, βιβλία από μεμβράνη, πάπυρο και χαρτί, καθώς και επίσης και πολλά άλλα κειμήλια που μαρτυρούν τη δόξα που γνώρισε το μοναστήρι. 


Καταφύγια

Γενικότερα όλα τα μοναστήρια δέχτηκαν προνόμια από τους Οθωμανούς σουλτάνους, κυρίως για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, για να αποφύγουν την απογύμνωση της χώρας από τον πληθυσμό που θα αναζητούσε καταφύγιο μακριά από τους Οθωμανούς κατακτητές. Σημαντικό ρόλο για την παραχώρηση προνομίων έπαιξε η διαθήκη του Μωάμεθ που αποκαλύφθηκε στο όρος Σινά και που περιέχει την εντολή να τιμώνται τα χριστιανικά μοναστήρια. Αλλά τα μοναστήρια εξασφάλιζαν στους καταδιωκόμενους χριστιανούς τη ζωή τους υπό την προστασία της Υψηλής Πύλης, με τις εξαγορασμένες εκδουλεύσεις περισσότερο.
Σήμερα είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι στο μικρασιατικό χώρο ένας από τους αποφασιστικότερους παράγοντες που συνέβαλε στην επιβίωση του Ελληνισμού είναι ο μοναχισμός. Πέρα από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, οι μοναχοί βοηθούσαν και στήριζαν τους καταπιεσμένους αδελφούς τους, που είχαν καταφύγει στις βουνοκορφές και στον κρυπτοχριστιανισμό, ιδιαίτερα μετά την άλωση της Τραπεζούντας. Ήταν χρέος τους η δωροδοκία των Τούρκων υπαλλήλων, η ιεραποστολή στις χριστιανικές κοινότητες των ορεινών περιοχών, η τέλεση όλων των χριστιανικών μυστηρίων στα ελληνικά και κρυπτοχριστιανικά χωριά, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και η διατήρηση της πολιτιστικής και εθνικής κληρονομιάς, η εξασφάλιση οικονομικής βοήθειας από τους ομόδοξους αδελφούς της Ρωσίας και της Μολδαβίας. Η σημασία των μοναστηριών ως καταφύγιο των χριστιανών ήταν ιδιαίτερα μεγάλη σε περιόδους πολέμου.
Οι εκδιωχθέντες  Πόντιοι της Μικράς Ασίας του 1923, αφού εγκαταστάθηκαν στις νέες τους πατρίδες, μέσα σε τριάντα χρόνια, άρχισαν να επανιδρύουν τα μοναστήρια τους που είχαν αφήσει στον Πόντο. Έτσι σήμερα υπάρχουν στην Μακεδονία τα προσκυνήματα παναγία Σουμελά, Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, Θεόδωρος Γαβράς, Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας και Παναγία Γουμερά, βάλσαμο στην αθεράπευτη νοσταλγία των ξεριζωμένων Ελλήνων, μια και λειτουργούν ως αερογέφυρα με τις αλησμόνητες πατρίδες.

Του Κώστα Φωτιάδη
Από το τεύχος «7 Ημέρες της Καθημερινής » 29/9/1996
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC 


Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Ποντιακός Πολιτισμός: 30 Αιώνες Ελληνισμού

Από το στόμιο του Βοσπόρου ως την θρυλική Κολχίδα ανάμεσα στις εκβολές του Σαγγάριου στα δυτικά και του Τσορούκ (Άκαμψι) ποταμού στα τουρκογεωργιανά σύνορα, εκτείνονται περίπου 1.200 χιλιόμετρα άγριων και αφιλόξενων ακτών. Μεγάλα και απόκρημνα ορεινά συγκροτήματα με κορυφές που ξεπερνούν το 3.000 και 3.500 μέτρα σαν τεράστια φυσικά τείχη, κρατούν απομονωμένες στενές λωρίδες γης από τα οροπέδια και υψίπεδα της Κεντρικής Ανατολίας. Αυτές οι λωρίδες γης, που ισορροπούν ανάμεσα στις τρικυμίες των βοριάδων της Μαύρης Θάλασσας και τις καταιγίδες των βουνών, είναι ο Πόντος. Οι Ποντιακές Άλπεις και τα όρη της Κασταμονής είναι οι ορεινοί φύλακες της ποντιακής γης. Μόνο η αιώνια ροή των ποταμών Άλυ (Κιζίλ Ιρμάκ), και Ίρι (Γιεσίλ Ιρμάκ) κατάφερε να σπάσει το φράγμα των βουνών, σχηματίζοντας μια στενή κοιλάδα στο μέσον περίπου της ακτογραμμής χωρίζοντας τα βιλαέτια της Τραπεζούντας και της Κασταμονής.
Σε αυτόν το ερημικό, «αφιλόξενο» τόπο, ρίζωσαν οι πρώτες γενιές των Ελλήνων ποντοπόρων, χτίζοντας τους οικισμούς τους στα πόδια των γιγαντιαίων βουνών, ανάμεσα στους γκρεμούς των ακτών και τα πυκνά δάση, παλεύοντας με τα άγρια στοιχεία της φύσης αξιοποιώντας κάθε ελεύθερο κομμάτι γης. Ναυτικού, έμποροι, μεταφορείς διεύρυναν τους θαλάσσιους δρόμους της Μαύρης Θάλασσας και άνοιξαν τους χερσαίους δρόμους των βουνών προς την κεντρική Μικρασία και τις αγορές της Ανατολής. Στο πλαίσιο του οθωμανικού κράτους, οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Ποντίων και γειτονικών λαών, καθώς και με το κορυφαία εμπορική κέντρο της Ανατολής, την Κωνσταντινούπολη, ευνοήθηκαν σημαντικά. Έτσι οι ελληνικές κοινότητες ευημερούν αναπτύσσοντας μεγάλη εμπορική και πολιτιστική δραστηριότητα. Μεγάλες και μικρές πόλεις, σημαντικά εμπορικά και ναυτικά κέντρα, αλλά και πολλά χωριά είναι ο χώρος όπου είναι εγκατεστημένες και δρουν οι κοινότητες των Ελλήνων. Αθήναι, Ριζαίο, Τραπεζούντα, Πλάτανα, Τρίπολις, Κερασούντα, Κοτύορα (Ορντού), Φάτσα, Οινόη, Αμισός (Σαμψούντα), Μπάφρα, Ποντοηράκλεια (Ερεγλί) είναι μερικές από τις παραθαλάσσιες πόλεις και τα χωριά όπου άκμασε ο Ελληνισμός. Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Κούρδοι, Λαζοί, λίγοι Ευρωπαίοι, Εβραίοι, Πέρσες και άλλες εθνικότητες μοιράζονται τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα και τις πολιτείες του Πόντου.
Ανάμεσα τους, το σπουδαιότερο λιμάνι του Εύξεινου Πόντου, η Τραπεζούντα. Πρωτεύουσα της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών (1204-1461) και έδρα του ομώνυμου βαλαετίου, του μικρότερου και πιο βροχερού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με 50. 000 κατοίκους στις αρχές του εικοστού αιώνα, εκ των οποίων γύρω στις 13.000 Έλληνες, ήταν επίνειο των Ερζιντζάν, Ερζερούμ, Βαν και Τυφλίδας και το μεγαλύτερο κέντρο για το διαμετακομιστικό εμπόριο της Περσίας. Η ακμή της ελληνικής κοινότητας οδηγεί στην ανέγερση ναών, την ίδρυση σχολείων και την κατασκευή επιβλητικών κτιρίων και πολυτελών αρχοντικών. Στην Τραπεζούντα λειτουργούσαν τράπεζες (οι περισσότερες ανήκαν σε Έλληνες Τραπεζούντιους), έξι ελληνικά δημοτικά σχολεία, κεντρικό Παρθεναγωγείο, μερικά ιδιωτικά σχολεία, και το περίφημο Φροντιστήριο (το πιο ονομαστό εκπαιδευτικό ίδρυμα του Πόντου), πολλά προξενεία, ασφαλιστικά καταστήματα, πρακτορεία ατμοπλοϊκών εταιριών, ναυπηγεία κατασκευής ιστιοφόρων, εν΄ψ η χρυσοχοΐα, η υφαντουργική, η βυρσοδεψία και η σιδηρουργία γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη.

Άλλη εμπορική πόλη μετά την Τραπεζούντα και από τις πιο προσοδοφόρες του Πόντου, ήταν η Κερασούντα. Ιδρύθηκε το 630 π.Χ. από Μιλήσιους εκ Σινώπης και πήρε το όνομα της από τις πολλές κερασιές της. Στην αρχή του 20ού αιώνα είχε γύρω τις 20.000 κατοίκους, από τους οποίους, οι μισοί περίπου ήταν Έλληνες. Ήταν ονομαστή για τη μεγάλη εξαγωγή των φουντουκιών της προς την Ευρώπη και την Αφρική (περίπου 10.000.000 οκάδες τον χρόνο), που μαζί με τη ναυτιλία ήταν οι κύριες πηγές πλουτισμού.
Μεταξύ των μεγάλων ποταμών Άλυ και Ίρι, βρίσκεται η Αμισός (Σαμψούντα), αρχαία αποικία των Μιλησίων και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με μεγάλη εμπορική κίνηση λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της εύκολης πρόσβασης, ώστε μέσω αυτής διεξάγεται το εμπόριο της ευφορότερης και πλουσιότερης ζώνης της Ανατολής. Ο καπνός και τα φύλλα ήταν κύριο εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής (3.5 εκατομμύρια κιλά ετησίως), μαζί με το στάρι, τον αραβόσιτο, τα πίτουρα, τα λαχανικά, το μαλλί κ.ά. Στις αρχές του αιώνα είχε γύρω στις 20.000 κατοίκους από τους οποίους γύρω στις 7-8.000 Έλληνες και περίπου 10.000 Τούρκους και 1.000 Αρμένιους. Το 1902 η ελληνική κοινότητα διατηρούσε 4 κεντρικά σχολεία με 1.150 μαθητές, στα οποία προστέθηκε το 1912 το Τσινέκειο Γυμνάσιο.
Τα άφθονα νερά στο βιλαέτι της Κασταμονής ευνοούσαν την καλλιέργεια των οπωρικών. Βερίκοκα, ροδάκινα, κεράσια, αχλάδια, δαμάσκηνα και μήλα ήταν περιζήτητα στις αγορές της Ανατολής και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη. Ο καπνός, τα δημητριακά, τα όσπρια και η ξυλεία από τα εκτεταμένα δάση της περιοχής ήταν μερικά ακόμη από τα προϊόντα του βιλαετίου αυτού, ενώ ιδιαίτερα αναπτυγμένη ήταν η κτηνοτροφία. Η Ινέπολη με τα φημισμένα ναυπηγεία, η Σινώπη, με τα βυρσοδεψεία, τα κεραμουργεία, τα συνάφια των οπλουργών και των χρυσοχόων, το πρώην άσημο Ζονγκουλντάκ με τα πλούσια ανθρακωρυχεία, και η Ποντοηράκλεια, με τις ονομαστές αγορές (Μπουγιούκ-Τσαρσί και Μπουζχανέ) με 500 και πλέον καταστήματα, είναι οι πιο σημαντικές από της παραθαλάσσιες πόλεις τα βιλαετίου της Κασταμονής.
Σχολεία, εκκλησίες, μοναστήρια, επαγγελματικοί, πολιτιστικοί και φιλολογικοί σύλλογοι, συντεχνίες, φιλαρμονικές, θεατρικές λέσχες, βιβλία και βιβλιοθήκες, ωδεία, τυπογραφεία, εφημερίδες ανήκουν στα επιτεύγματα των Ελλήνων του Πόντου, οι οποίοι οργάνωσαν τις κοινότητες τους, δίνοντας έμφαση στην πρόοδο, την παιδεία και την ανάπτυξή τους. Η ισχυρή εθνική και κοινωνική συνείδηση, το αίσθημα αλληλεγγύης, η εμπειρία από τη συμμετοχή στις παραγωγικές και εμπορικές διαδικασίες και η δημιουργία κοινών ταμείων στις συντεχνίες, τις ενορίες και τις κοινότητες ήταν οι αποφασιστικοί παράγοντες για την πολύπλευρη ανάπτυξη και ευημερία των Ελλήνων Ποντίων στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου
Από το περιοδικό «Χρονικόν»
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Πόντιοι: Η ελληνική παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα


Τραπεζούντα Σούρμενα: Γλέντι Ελλήνων Ποντίων -1908
 Τραπεζούντα: Εκδρομή Ελλήνων Ποντίων - 1900
 Κερασούντα: Οικογένεια Ελλήνων Ποντίων - 1910
 Αργυρούπολη Πόντου: Μεταλλεία
 Μπάφρα Πόντου: Μεταφορά καπνών με καμήλες - 1913
 Κερασούντα: Ψαρεύοντας στην προκυμαία - 1915
 Κερασούντα: Συγκομιδή φουντουκιών από Ρωμιούς - 1910
 Πόντος: Ελληνοπόντοι Πραπεζικοί Υπάλληλοι - 1915
 Πόντος: Ρωμαιές αγρότισσες - 1920
 Έλληνες του Πόντου -1913
 Κερασούντα: Οικία Καπετάν Γιωρή Πασά (ισόβιος δήμαρχος της Κερασούντας)
 Κερασούντα: Ελληνορθόδοξη εκκλησία και το μαυσώλειο του Καπετάν Γιώργη

 Κερασούντα: Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος
 Τραπεζούντα: Ναός Αγίας Σοφίας (13ου αιώνα)
Τραπεζούντα: Διασκέσαση Ελλήνων

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού


Η γενοκτονία του Ποντιακού ελληνισμού αποτελεί μία από τις «λευκές σελίδες» της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο Πόντος η «βαθειά Ελλάδα» των μεσαιωνικών ιστοριογράφων, όπως και η υπόλοιπη Μικρά Ασία, τέθηκε στο περιθώριο της σύγχρονης ελληνικής μνήμης στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Γι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό γεγονός η σχετικά πρόσφατη κίνηση των κοινοβουλίων των δυο ελληνικών κρατών, για την αναγνώριση της μεγάλης γενοκτονίας, που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός κατά του ακριτικού εκείνου Ελληνισμού.
Η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού είναι μέρος του ευρύτερου Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος. Οι Έλληνες στην Μικρά Ασία (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και στην Ανατολική Θράκη, ήταν 2. 601.312 πριν το 1914 με βάση τς οθωμανικές στατιστικές. Η επόμενη καταμέτρηση τους, ως πρόσφυγες αυτή τη φορά, έγινε στην Ελλάδα το 1928 και βρέθηκαν 1.221.849.
Αυτό που διαφοροποιεί την ποντιακή περίπτωση, στα πλαίσια πάντα της μικρασιατικής εμπειρίας, είναι το γεγονός ότι ο Πόντος εξαιρέθηκε από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης των Σεβρών, ότι η βασική πολιτική τάση των Ποντίων ηγετών υπήρξε η δημιουργία ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στη βορειοανατολική Μικρά Ασία, ότι ποτέ στα εδάφη του Πόντου δεν έλαβε χώρα ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και ότι οι συνέπειες της γενοκτονίας και του ξεριζωμού από τη γενέθλια γη παραμένουν ακόμη αόριστες, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης - που υφίσταται τις δραματικές συνέπειες της κατάρρευσης - προέρχεται από το Μικρασιατικό Πόντο.  Το πλαίσιο όμως, μέσα στο οποίο μελετάται η ιστορική εμπειρία του Ποντιακού Ελληνισμού παραμένει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, το μικρασιατικό.
Η μικρασιατική καταστροφή υπήρξε η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για πρώτη φορά η ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας, στο Νότο της Βαλκανικής χερσονήσου και στην Κύπρο. Στην προκυμαία της Σμύρνης πνίγηκε η μοναδική η μοναδική πιθανότητα εθνικής ολοκλήρωσης και εκσυγχρονισμού του ελλαδικού κράτους.
Το δυστύχημα για την ιστορική μας μνήμη, ήταν το γεγονός ότι την επαύριο της μεγάλης καταστροφής, επιχειρήθηκε η εξαφάνιση των εκκρεμοτήτων που παρελάμβανε η μετά το '22 Ελλάδα. Η οδυνηρή μικρασιατική εμπειρία, οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί, η απώλεια των πανάρχαιων ελληνικών κοιτίδων της Ιωνίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης και της Καππαδοκίας δεν αποτέλεσαν αφετηρία για την αναγέννηση του ελληνισμού στα Βαλκάνια και στην Κύπρο, στις μόνες περιοχές που κατάφερε  να επιζήσει. Αντίθετα, με κάθε τρόπο προωθήθηκε η εξαφάνιση της μικρασιατικής παραμέτρου, πράγμα που οδήγησε στη μη κατανόηση των αιτιών της Μεγάλης Ήττας και στην αδράνεια της ιστορικής μνήμης, που τόσο ακριβά πληρώθηκε στην περίπτωση της Κύπρου.
Σήμερα, η μελέτη της μικρασιατικής εμπειρίας μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις εσωτερικές αντιφάσεις του Ελληνισμού, τους μηχανισμούς δημιουργίας της σύγχρονης Τουρκίας, καθώς και τις προϋποθέσεις δημιουργίας των ισορροπιών στην περιοχή μας, όπως αυτές προέκυψαν από τη «Νέα Τάξη» του 1922.




Οι αντιφάσεις μας


Η υπαγωγή του ελληνικού χώρου στην οθωμανική κυριαρχία για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε οδηγήσει στη δημιουργία σημαντικών παροικιών στην Ευρώπη. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε μορφή ενός μεγαλύτερου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων, το οποίο κατέληξε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους στο νότο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο περιλάμβανε τα πλέον απομακρυσμένα και υποβαθμισμένα εδάφη του ελληνικού κόσμου. Το νεαρό ελληνικό κράτος του 1830 δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα εξαρτημένο Πριγκιπάτο του Μορέως και της Ρούμελης, παρά ένα πραγματικό έθνος-κράτος των Ελλήνων. Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών εδαφών, καθώς και τα γηγενή ελληνικά οικονομικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης παρέμεναν υπό οθωμανική κυριαρχία. Αυτή ήταν και η βασική γενετική αντινομία, η οποία έκανε μοναδικό το ελληνικό παράδειγμα. Δηλαδή , παρότι το μοντέλο του έθνους-κράτους αντιστοιχούσε στην ποιοτική πολιτική και οικονομική μετάβαση των κοινωνιών με φορέα τις νέες αστικές δυνάμεις, στην ελληνική περίπτωση αντικαταστάθηκε απλά η οθωμανική διοίκηση, από την ελληνική με τη προσθήκη της κλεφταρματολικής παράδοσης. Η μοναδική πιθανότητα αναίρεσης αυτής της βασικής αντινομίας, η ολοκλήρωση της επανάστασης του 1821 και ο ποιοτικός μετασχηματισμός του ελλαδικού κρατιδίου, θα μπορούσε να γίνει μόνο με την ενσωμάτωση των αναπτυγμένων ελληνικών περιοχών της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας.
Η Έλληνες των περιοχών αυτών αποτελούσαν έναν ολόκληρο ελληνικό κόσμο, που συνέλαβε καθοριστικά στη δημιουργία του κράτους της Ελλάδας. Η απελευθέρωση της Δυτικής Μικράς Ασίας και της Θράκης από τον ελληνικό στρατό υπήρξε το αίτημα των Ελλήνων κατοίκων τους, όχι μόνο γιατί εξέφραζε τις αλυτρωτικές τους  διαθέσεις, αλλά και γιατί προέβαλε ως η μόνη ασφαλής λύση.
Από το 1915, οι Τούρκοι εθνικιστές, με την κατάληψη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την ενθάρρυνση  των Γερμανών συμμάχων τους, είχαν προβεί σε μεγάλες σφαγές και βίαιες μετακινήσεις του ελληνικού πληθυσμού. Ειδικά στην περιοχή του Πόντου στην Βόρεια Μικρά Ασία, οι διώξεις πήραν τη μορφή της μαζικής εξόντωσης των Ελλήνων και της καταστροφής των ελληνικών χωριών. Η πολιτική αυτή αποτελούσε υλοποίηση της απόφασης που είχαν υπερψηφίσει οι Νεότουρκοι εθνικιστές σε συνέδριό τους στη Θεσσαλονίκη το 1911 και προέβλεπε την επίλυση του εθνικού ζητήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των χριστιανικών γηγενών εθνοτήτων. Στον Πόντο, το αλυτρωτικό συναίσθημα είχε πάρει τη μορφή επαναστατικού κινήματος ανεξαρτησίας από το 1916, εφόσον η μεγάλη απόσταση από την Ελλάδα έκανε αδύνατη την προοπτική της Ενώσεως.
Αυτό, όμως, που το 1919 φαινόταν ως υλοποίηση του ελληνικού ονείρου, απεδείχθη σύντομα για τραγική ουτοπία, εξαιτίας της παράλογης πολιτικής των τότε ελλαδικών πολιτικών σχηματισμών. Καθοριστικό σημείο καμπής και συνάμα τραγικό «λάθος», ήταν η προκήρυξη εκλογών εν μέσω πολέμου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στις 14 Νοεμβρίου 1920 στην κυβέρνηση ανέβηκε η αντιβενιζελική φιλοβασιλική παράταξη. Η συμπαγής ψήφος των Τούρκων, των Εβραίων, των Βουλγαροφρόνων και των κουρασμένων κατοίκων της Παλιάς Ελλάδας, έδωσαν τη νίκη στους αντιβενιζελικούς. Οι νικητές είχαν πολιτευτεί με αντιπολεμικά συνθήματα, συγκροτώντας μια ανίερη συμμαχία με τους Ελλαδίτες κομμουνιστές, οι οποίοι στα πλαίσια της εξυπηρέτησης της νεαρής τότε, Σοβιετικής Ένωσης - σε αντίθεση με τους Μικρασιάτες ομόφρονές τους - υποστήριξαν εμπράκτως το κεμαλικό κίνημα και επεδίωξαν την ελληνική ήττα.
Η πολιτική των βασιλικών οδήγησε στη Μεγάλη Ήττα. Το ολοκαύτωμα της Σμύρνης και οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες νεκροί της Μικράς Ασίας ακολούθησε το σύνολο των τότε ελλαδικών πολιτικών δυνάμεων στα κρίσιμα χρόνια της μικρασιατικής  εκστρατείας.




Οι Συνέπειες


Η Μικρασιατική Καταστροφή οδήγησε στην πρωτοφανή συρρίκνωση του ελληνικού κόσμου, ενώ παράλληλα έθεσε τις προϋποθέσεις μετατροπής των Ελλήνων - τουλάχιστον  ενός πολύ μεγάλου τμήματός τους - σε λαό της διασποράς. Μέχρι σήμερα οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, στο πρόσωπο των Ποντίων Προσφύγων από την πρώην Σοβιετική Ένωση, καταφθάνουν ικέτες στη βαλκανική Ελλάδα και στην Κύπρο. Σημειώνοντας επιπλέον, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, ότι το Μικρασιατικό δεν έχει ακόμα κλείσει, παρόλη την απεγνωσμένη προσπάθεια των ελλαδικών κυβερνήσεων από το 1922, οι οποίες πολύ εύκολα αποδέχθηκαν τη Νέα Τάξη πραγμάτων του 1922 και μετακύλησαν τις συνέπειες της στους Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (Πόντο, Ιωνία και Καππαδοκία) και την Ανατολική Θράκη.
Το κόστος της καταστροφής του 1922 ήταν τεράστιο για τον ελληνισμό της καθ' ημάς Ανατολής. Ο Τζωρτζ Χόρτον, Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων, υπολόγισε σε περισσότερους από το ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν στο μικρασιατικό χώρο (Ιωνία και Πόντο) κατά τη διάρκεια των εθνικών εκκαθαρίσεων (1915-1923) που πραγματοποίησαν οι Τούρκοι εθνικιστές εις βάρος των μη τουρκικών και μουσουλμανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενάμιση εκατομμύριο ήταν οι πρόσφυγες, ενώ καταστράφηκε η ελληνική αστική τάξη της Μικράς Ασίας - η μόνη κοινωνική δύναμη που θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει το κράτος των Ελλήνων. Από την άλλη, ο τεράστιος πλούτος που είχε παραγάγει επί αιώνες ο μικρασιατικός ελληνισμός στο γενέθλιο χώρο του, απετέλεσε πηγή πρωταρχικής κεφαλαιακής συσσώρευσης για την ανύπαρκτη μέχρι τότε τουρκική αστική τάξη.
Παρόλα αυτά, μετά το 1922, η Ελλάδα έγινε ένα πραγματικό έθνος-κράτος, έστω και μέσα από την τραγική αντιστροφή του ιστορικού νόμου. Δηλαδή, αντί να συμπεριληφθούν στο κράτος των Ελλήνων τα εδάφη των αλύτρωτων, έφτασαν οι αλύτρωτοι στο εναπομένον ελεύθερο εθνικό έδαφος, ως τραγικά τεκμήρια της γενετικής αντινομίας του νεότερου ελληνισμού. Μοναδική αίρεση στην παραπάνω διαπίστωση περί εθνικής ολοκλήρωσης, αποτελεί η κυπριακή μας εμπειρία. Το κυπριακό ζήτημα θέτει και πάλι επί τάπητος το αρχικό ερώτημα για το ελληνικό έθνος-κράτος και τις αντινομίες που διαπιστώθηκαν. Ο Ελληνισμός, διχασμένος σήμερα σε δυο μεγάλα τμήματα, το ελλαδικό και το κυπριακό, συγκροτεί στην πραγματικότητα δυο εθνικά κράτη του ιδίου έθνους. Η αναλυτική γνώση της ποντιακής αλλά και της ευρύτερης μικρασιατικής ιστορίας, ίσως μας εφοδιάσει με τα απαρραίτητα θεωρητικά εργαλεία για να προτείνουμε ένα συγκεκριμένο μοντέλο για το σύγχρονο Ελληνισμό, που θα βασίζεται στη μοναδική ελληνική εμπειρία.


Του Βλάση Αγτζίδη
Από το περιοδικό «Χρονικό»
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Ροδόσταγμα: η χρήση και η κατασκευή του στην Κύπρο


Ο Μάιος είναι ο μήνας της βλαστήσεως και κατ' αυτό το διάστημα ανθίζουν τα λουλούδια και κυρίως τα τριαντάφυλλα. Γι' αυτό το λόγο ο Μάιος είναι και ο μήνας που φτάχνουμε και το ροδόσταγμα ή ροδόστεμμαν στη κυπριακή διάλεκτο.
Το ροδόσταγμα όπως και το αντίστοιχο ανθόνερο είναι ένα αιθέριο έλειον το οποίο είναι βαθιά ριζομένο μέσα στο πολιτισμό και τη καθημερινή ζωή των Ελλήνων της Κύπρου. Το χρησιμοποιούμε στην παρασκευή διάφορων παραδοσιακών παρασκευασμάτων ζαχαροπλαστικής, στην μαχαλεπί, στην αναρήν (μυζήθρα), στα πουρέκια, στον ππαλουζέν, στα κόλλυβα, ακόμη και και στην παρασκευή ορισμένων γλυκών εορταστικών ψωμιών όπως τα τσουρέκια και τα γαλένα.
Όμως το ροδόσταγμα δεν έχει μόνο γευστική χρίση στη ζωή των Ελληνοκυπρίων αλλά και τελετουργική, ιατρική και καλλωπιστική. Το χρησιμοποιούμε για να «ραντίζουμε» τους παρευρισκομένους στους αρραβώνες, στους γάμους - ραντίζουμε τους νεόνυμφους όταν τους στολίζουμε, όταν είναι καθ'οδόν προς την εκκλησία, και έξω από την εκκλησία μετά τη τελετή του μυστηρίου του γάμου. Ραντίζουμε επίσης το αντρόγυνο με ροδόσταγμα όταν χορέψει και στα πιο παλιά χρόνια τους ξένους που έρχονταν στο σπίτι μας για επίσκεψη.
Ακόμη το ροδόσταγμα το χρησιμοποιούμε κατά την ημέρα της ονομαστικής μας εορτής ή όταν κάνουμε την εορτή κάποιου αγίου για να ραντίζουμε τους παρευρισκομένους στην εκκλησία, αλλά και το χρησιμοποιούμε για να ραντίζουμε τον Επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή.
Εκτός απ' όλες τις πιο πάνω χρήσεις, το ροδόσταγμα χρησιμεύει και για την ίαση του οφθαλμόπονου, στο πλύσιμο των μωρών αλλά και των μεγάλων για να μυρίζουν. Οι άνδρες χρησιμοποιούν ανθόνερο, ενώ οι γυναίκες ροδόσταγμα το οποίο χρησιμεύει και για καθαρισμό του προσώπου αφού ανοίγει τους πόρους.


Όπως είδαμε πιο πάνω, το ροδόσταγμα αποτελεί ένα αναγκαίο προϊόν για κάθε κυπριακό σπίτι λόγω της πολλαπλής χρήσης του στη ζωή των Κυπρίων. Σήμερα υπάρχουν στην αγορά διάφορα αιθέρια έλαια όπως το ροδόσταγμα με χημική σύσταση και αμφιβόλου ποιότητας με προσθήκη χημικού αρώματος και άλλες καυστικές ιδιότητες που μπορεί να αποβούν καταστρεπτικά για τον άνθρωπο. Για το λόγο αυτό, αλλά και για άλλους λόγους, το καλύτερο θα είναι να φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι το δικό μας γνήσιο ροδόσταγμα με τον παραδοσιακό τρόπο.
Υπάρχουν δυο τρόποι για να εξάγουμε μικρές ποσότητες ροδόσταγμα. Η πρώτη είναι με τον λαμπίκκον και η άλλη με την «μαείρισσαν την χαρκωματένην» (χάλκινη κατσαρόλα). Από τη μία πλευρά η χρήση του λαμπίκκου είναι πιο εύκολη από αυτή της χάλκινης κατσαρόλας, αλλά από την άλλη 0 λαμπίκκος είναι πολύ μεγαλύτερος σε μέγεθος -κάτι που δεν ευνοεί αυτούς που μένουν σε διαμερίσματα- καθώς και στο ότι το ροδόσταγμα που εξάγεται από την χάλκινη κατσαρόλα είναι καλύτερης ποιότητας λόγω του ότι τα έλαια δεν εξατμίζονται από πουθενά.


Εκτός από τον Λαμπίκκο ή τη κατσαρόλα την χαλκοματένη χρειαζόμαστε φυσικά και τριαντάφυλλα για να φτιάξουμε το δικό μας γνήσιο ροδόσταγμα. Όμως, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε τριαντάφυλλα για την εξαγωγή ροδοστάγματος παρά μόνο τα τριαντάφυλλα τα οποία είναι γνωστά ως «μουσ'ιέττες». Υπάρχουν δύο είδη μουσ'ιέττας τριανταφυλλιάς για την εξαγωγή ροδοστάγματος, η άσπρη και η ροζ. Η ροζ μουσ'ιεττα είναι γνωστή και ως δαμασκηνή. Η δαμασκηνή μουσ'ιέττα έχει την καταγωγή της από την Δαμασκό της Συρίας (απ' όπου πήρε και το όνομά της) και έχει άνθη με πολύ ωραίο άρωμα. Η δαμασκηνή τριανταφυλλιά ήταν αρχικά καλλιεργούμενο είδος στην Κύπρο και υπάρχει ακόμη σε πολύ περιορισμένο βαθμό με τ' όνομα «εκατοντάφυλλη» επειδή έχει εκατό φύλλα αντί για τριάντα. Όμως, αυτή η καλλιεργήσιμη εκατοντάφυλλη δαμασκινή τριανταφυλλιά «ξέφυγε» σε διάφορες περιοχές της Κύπρου και αναπτύχθηκε σε άγρια αυτοφυή μορφή. Μπορεί να εξαχθεί ροδόσταγμα και από τα δυο είδη της δαμασκηνής τριανταφυλλιάς, η διαφορά είναι ότι το αιθέριο έλαιον της πρώτης έχει μια πιο ήπια μυρωδιά ενώ της δεύτερης είναι πιο έντονη.


Για να φτάξουμε ροδόσταγμα πρέπει να μαζέψουμε τα τριαντάφυλλα από νωρίς το πρωί με τις δροσοσταλίδες τους μόλις θα έχει ανοίξει το μπουμπούκι και πριν τα δει ο ήλιος. Μετά μαδούμε τα πέταλα και θα πρέπει να προσέξουμε να μην ρίξουμε μέσα στον λαμπίκκον ή τη χαλκομαείρισσαν τον μίσχο και τα σέπαλα, γιατί έχουν ρητίνη, που θα γίνει αιτία, να πάρουμε κακής ποιότητας ροδόσταγμα.


Αν θέλουμε να να φτάξουμε ροδόσταγμα με την χάλκινη κατσαρόλα βάζουμε μέσα σ΄αυτή τριαντάφυλλα που θα καλύπτουν περίπου το 1/3 της με το απαραίτητο νερό το οποίο είναι περίπου 2/3 του λίτρου. Η αναλογία είναι σε ένα κιλό πέταλα να ρίχνουμε ένα κιλό νερό για να πάρουμε ένα κιλό ροδόσταγμα. Όμως, αυτό γίνεται όταν χρησιμοποιούμε μεγάλα καζάνια με το σκοπό να εμπορευθούμε το ροδόσταγμα. Γι' αυτό το λόγο, εμείς που θα το φτιάξουμε μόνο για δική μας χρήση σε μια μικρή κατσαρόλα αναπλάθουμε αυτές τις ποσότητες ανάλογα.


Πάνω στα πέταλα που είναι μέσα στην κατσαρόλα τοποθετούμε μια κούππα αφού πρώτα τ΄ανοίξουμε στη μέση και φτιάξουμε μια «φωλιά» για να μπει μέσα η κούππα.


Κλείνουμε την μαείρισσαν με το στούππωμαν (καπάκι) αντεστραμμένο και ρίχνουμε νερό κρύο μέσα στο στούππωμαν. Χρίζουμε τις χαραμάδες, που ενδέχεται να αφήσει το στούππωμαν με ζυμάρι, για να μην φύγει ο ατμός. Ο ατμός υγροποιείται (αφού, πάνω από την μαείρισσαν έχουμε το κρύο νερό μέσα στο στούππωμαν που ανανεώνουμε διαρκώς, και πέφτει σαν ροδόσταγμα μέσα στην κούππα από το εξόγκωμα του καπακιού που βλέπει προς τα κάτω μέσα στην μαείρισσαν. Τώρα θα καταλάβατε το λόγο γιατί χρειαζόμαστε χαλκομαείρισσαν για να φτιάξουμε ροδόσταγμα και δεν χρησιμοποιούμε τις σύγχρονες κατσαρόλες.


Η φωτιά θα πρέπει να είναι πολύ χαμηλή και κάθε περίπου ενάμιση ώρα αφαιρούμε την κατσαρόλα από την φωτιά, την ανοίγουμε, παίρνουμε την κούππα με το ροδόσταγμα και το βάζουμε μέσα σε μια καθαρή μπουκάλα. Αν θέλουμε περισσότερο ροδόσταγμα, πετάμε τα βρασμένα πέταλα και ξαναρχίζουμε την ίδια διαδικασία και πάλι από την αρχή μέχρι να γεμίσει η μπουκάλα. Συνήθως χρειάζεται να γίνει αυτή η πράξη δυο φορές για να έχουμε τη μπουκάλα μας γεμάτη με ροδόσταγμα. Ο κόπος αυτός ανταμείβεται και με το παραπάνω αφού παράγαμε από μόνοι μας γνήσιο και μυρωδάτο ροδόσταγμα. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται αν θέλουμε να εξάγουμε ανθόνερο το οποίο βγάζουμε με «αθθούς της τζιτρομηλιάς» (άνθη της νεραντζιάς).
Το ροδόσταγμα πρέπει να περάσουν μερικοί μήνες για να αποκτήσει την καλή του μυρωδιά, ωσότου διασπαστεί το έλαιον του και πρέπει πάντοτε να το φιλάμε σε σκοτεινό μέρος, έτσι, εμποδίζεται το φως να το επηρεάσει. Οι πιο κατάλληλες μπουκάλες για τη φύλαξη του θεωρούνται αυτές που έχουν σκούρο χρώμα και κατά προτίμηση οι σκούρες κόκκινες.


Το μυροδοχείο είναι γνωστό ως «μερρέχα» στην Κύπρο. Όμως η κυπριακή διάλεκτος είναι τόσο πλούσια που είναι γνωστό και ως πολέττα ή πουλέττα, καντρίν, ροδοστεμιά, καννίν ή ακόμη και πουσέλλιν.
Η μερρέχα έχει πολύ στενό άνοιγμα και χρησιμοποιείται για ράντισμα, για να ράνουν δηλαδή με ευώδη υγρά, όπως το ροδόσταγμα, τους ανθρώπους.

Το κείμενο γράφτηκε από NOCTOC

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Ο Μάης στην Κυπριακή Παράδοση


Ο Μάιος μήνας λέγεται στην Κύπρο και Μας (γεν. του Μα). Τα κυριότερα λαογραφικά έθιμα της μηνός αυτού είναι τα ακόλουθα:
Από την παραμονή της Πρωτομαγιάς πλέκουν ένα στεφάνι από διάφορα λουλούδια και το κρεμάζουν στις εξώθυρες των σπιτιών. Σε μερικές περιπτώσεις (επαρχία Λεμεσού) το κύριο μέρος του στεφανιού αποτελείται από ροδιά. Παλαιότερα στο χωριό Κοιλάνι (Λεμεσού) η αρραβωνιαστικιά έπλεκε στεφάνι με λουλούδια και το χάριζε στον αρραβωνιαστικό της.  Στην Πάφο κάποτε αντί για στεφάνι μπήγουν στο γρικέλι της πόρτας ένα κλαδί ανθισμένης αροδάφνης ή άλλου λουλουδιού.
Ο λαός λέει ότι κρεμάζει το στεφάνι ή το ανθισμένο κλαδί στην εξώθυρα, για να μεν εμπεί έσσω ο Μας (δηλαδή οι αρρώστιες). Γι' αυτό παλαιότερα έκαιγαν το στεφάνι, το οποίο πίστευαν ότι  «συγκέντρωνε» όλες τις αρρώστιες, στη φωτιά του Αγίου Ιωάννου (24 Ιουνίου). Η φωτιά αυτή, που αναβόταν περίπου κατά το θερινό ηλιοστάσιο, ήταν διαβατήρια, δηλαδή καθαρτική. Στην πραγματικότητα, όμως τα πιο πάνω τοποθετούνται στην πόρτα για λόγους μαγικούς. Δηλαδή ο αγρότης κυρίως επιδιώκει με την τοποθέτησή τους τη θαλερή βλάστηση και τη πλούσια καρποφορία.
Κατά την πρώτη Μαΐου (αλλού πρώτη Μαρτίου) συνηθίζεται να περνούν δρόσον από τα σπαρτά «για να μη μαυρίσουν». επίσης κατά την Πρωτομαγιά παλαιότερα συνήθιζαν να μαζεύουν τη φασκομηλιάν ή σπατζ'ιάν από την οπαία παρασκευάζεται τσάι.
Την Πρωτομαγιά συνήθιζαν επίσης να εορτάζουν το έθιμο του κλήδονα, που λέγεται έβκαρμαν του Μα. Ο κλήδονας  αποτελεί έθιμο μαντικής (κληρομαντίας) με το οποίο τα κορίτσια μαντεύονται τη μέλλουσα τύχη τους. Για λεπτομέρειες βλέπε εδώ .
Ένα άλλο έθιμο μαντικής που γινόταν στις 5 Μαΐου, εορτή της Αγίας Ειρήνης, είναι το εξής: κατά την ημέρα αυτή οι γεωργοί επισκέπτονταν τα ελαιόδεντρα τους και αν έβλεπαν ότι ένας μίσχος  είχε τρεις καρπούς, τότε προοιωνίζονταν άφθονη ελαιοπαραγωγή.


Την πρώτη Μαΐου ή κατά τη γιορτή της Αναλήψεως υπήρχε το έθιμο να τρώγεται μια μεγάλη κουλούρα που παρασκευαζόταν την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο, η μια φλαούνα, που φυλάσσονταν ειδικά για το σκοπό αυτό, για να μεν τους δακκάσει ο γάδαρος. Είναι γνωστό ότι ο γάιδαρος ήταν από την αρχαιότητα το ιερό ζώο του θεού Διονύσου και του θεού Πριάπου, θεών της βλαστήσεως αλλά και της αναπαραγωγικής δυνάμεως. Ο Μάιος είναι κυρίως μήνας της βλαστήσεως και η Πρωτομαγιά είναι αφιερωμένη σ΄αυτήν. Το πασχαλινό κουλούρι και κυρίως η φλαούνα είναι σύμβολα νέας ζωής, σύμβολα βλαστήσεως. Τρώγονται λοιπόν ως αντίδοτα για το δάγκωμα του γαϊδάρου που θεωρείται ζώο αφιερωμένο στη βλάστηση και τη γονιμότητα. Στο τουρκοκρατούμενο σήμερα Ριζοκάρπασον. την πρώτη του Μάη έπιναν γάλα ή έτρωγαν παξιμάδια της Λαμπρής για να μεν ψωρκάσουν. Η ψώρα κάνει το δέρμα του ανθρώπου πολύ ξηρό, που είναι το αντίθετο του χλωρού (χλωρή είναι η βλάστηση). Περισσότερες πληροφορίες για το κουλούρι του γαϊδάρου υπάρχουν εδώ .


Σε  παλαιότερες εποχές δεν τελούσαν κατά τον Μάο γάμους ή άλλα χαρμόσυνα γεγονότα (κατά τον μήνα αυτό οι Ρωμαίοι γιόρταζαν, για να εξευμενίσουν τους νεκρούς και τους υποχθόνιους δαίμονες, τα λεγόμενα Λεμούρια). Επίσης οι μητέρες που είχαν νεκρά παιδιά δεν έτρωγαν αγγούρια κατά το Μάιο, που είναι αφιερωμένος στους νεκρούς, επειδή τα αγγούρια είναι δροσιστικά και κατ' αναλογική μαγεία έπρεπε η ψυχή τους να είναι μαύρη και όχι δροσισμένη.
Οι κυριότερες θρησκευτικές γιορτές είναι:


α) Της Αγίας Ειρήνης (5 Μαΐου) που πιστεύεται ότι θεραπεύσει τον οφθαλμόπονο.


 β) Του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (8 Μαΐου) που πιστεύεται ότι θεραπεύει τα παιδιά που αργούν να μιλήσουν.


γ) Του αγίου Θεράποντος (14 Μαΐου και 30 Οκτωβρίου) που παλαιότερα εθεωρείτο ο προστάτης των παιδιών εναντίον ελώδους πυρετού, καθώς και ιατρός των πόνων των νεφρών.


δ) Του αγίου Μιχαήλ Συνάδων (23 Μαΐου) που θεωρείται προστάτης των αμπελιών και άλλων φυτειών εναντίον των ακρίδων που σε παλαιότερες εποχές αποτελούσαν μάστιγα στην Κύπρο.


Για τον Μάιο ο κυπριακός λαός διαθέτει πολλές παροιμίες. Παραθέτουμε μερικές χαρακτηριστικές:
1. Νά σ΄εις την ευτζ'ήν μου, τζ'αι τον Μαν να ριάς. Αν και επικρατεί πολλή ζέστη το Μάιο, καταριόμαστε κάποιον να κρυώνει, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να ναι άρρωστος.
2. Ο Μας ο πεντοφάς, με τα πέντε του φαγιά, με τα πέντε του πνασίδκια (αναπαύσεις), τζ'αι τα τρία του τζι'οιμίσια (ύπνους). Δηλαδή πιστευόταν ότι είναι τόσο μεγάλες οι μέρες του Μαΐου, που οι άνθρωποι τρώνε πέντε φωρές την ημέρα και αναπαύονται άλλες τόσες.
3. Αν καμ' ο Μάρτης δκυό νερά τζί ο Απρίλης άλλον έναν, αν δόξει τζ'αι του Μα τζ'αι μιλλοψιχαδίσει, τζι' εσέναν το αμάξιν σου αφέντη τόσα αξίζει. Η παροιμία αυτή λέγεται διότι ο Μάιος θεωρείται το συμπλήρωμα της γεωργικής παραγωγής.
4. 'Ομως οι πολλές και δυνατές βροχές μέσα στον Μάιο προκαλούν και ζημιές στα θερισμένα σπαρτά και τις καλοκαιρινές φυτείες, γι αυτό και η παροιμία: Στον καταραμένον τόπον τζ'αι τον Μαν βρέσ'ει.
5. Από 'σ'ει κόρην όμορφην, του Μάρτη εν την δείγνει, μέτε τ' Απρίλλη, με του Μα, μήτε του Πρωτογιούνη. Ο Μάιος συγκαταλέγεται από τους Κυπρίους στους μήνες του έρωτα.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Το έθιμο του Κλήδονα στην Κύπρο και το τραγούδι του Μα


Στα παλιά τα χρόνια παρατηρείται στη Κύπρο ένα έθιμο που είχε σχέση με τη μαντεία, και εκτελείτο αποκλειστικά από νεαρές κοπέλες. Λεγόταν «το τραγούδι του Μα». Τη πρώτη μέρα του Μαΐου, όλες οι ανύπανδρες κοπέλες, γεμάτες ενθουσιασμό, έβαιναν έξω από τις πόλεις και τα χωριά και πήγαιναν στους κάμπους. Ξάπλωναν στο πράσινο, κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, επειδή ο ήλιος ήδη έκαιγε. Ορισμένες φορές όταν υπήρχε έλλειψη χώρου, επιλέγαν την ήσυχη γωνιά ενός έφορου χωραφιού για τη διοργάνωση της μαγιάτικης γιορτής τους, που συμπίπτε με τον καιρό που τα στάχυα ήταν ψηλά. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι την ημέρα αυτή, έκλεινε και τα δυο του μάτια και ο αυστηρότερος αγροφύλακας. Κάθονταν σε κύκλο, έτρωγαν, και έπιναν αυτά που έφερναν μαζί τους, αστειεύονταν μεταξύ τους, τραγουδούσαν, και χόρευαν στους ρυθμούς της ταμπουτσιάς και του τυμπάνου που δεν απουσίαζε ποτέ. Μετά, οι νεαρές κοπέλες τοποθετούσαν το μαγικό δοχείο του κλήδονα ή αλλιώς του Μα. Το συγκεκριμένο αυτό δοχείο ήταν μια μεγάλη λεκάνη, ή ένα μεγάλο αγγείο, που έφερναν μαζί τους οι κοπέλες που συμμετείχαν στη γιορτή. Η κάθε κοπέλα έριχνε μέσα στο δοχείο ένα δακτυλίδι με ένα λουλούδι, ένα τριαντάφυλλο, ένα γαρύφαλλο, ή ένα άνθος της ροδιάς. Μετά, το σκέπαζαν με ένα κόκκινο μαντήλι και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το δοχείο έμενε τρεις μέρες στα χωράφια και κανένας που το είχε δει στο μεταξύ, δεν το πείραζε. Μετά από τρεις μέρες, επέστρεφαν οι κοπέλες στο Μα, δηλαδή το δοχείο του Κλήδονα. Και έτσι ξανάρχιζε η γιορτή με το τραγούδι του Κλήδονα. Έκαναν έναν κύκλο γύρω-γύρω από το δοχείο και χόρευαν. Μετά το τέλος του τραγουδιού, η ομάδα καθόταν γύρο από το δοχείο όπου μια από τις κοπέλες έλυνε το κόκκινο μαντήλι μετά το ατομικό τραγούδι. Τότε άρχιζε το ατομικό τραγούδι. Κάθε κοπέλα τραγουδούσε ένα γνωστό δίστιχο, που κάπου έμαθε ή άκουσε ή που έφτιαξε η ίδια. Άκουγε κανείς συχνά άσεμνα και χοντροκομμένα τραγούδια αλλά και πανέμορφα μαργαριτάρια της λαϊκής ποίησης. Το περιεχόμενο των στίχων μπορούσε να ήταν σοβαρό ή αστείο, σαφές ή αμφίσημο, σεμνό ή όχι. Τα πιο πολλά μιλούσαν για έρωτα και αρραβωνιάσματα, θέμα καθόλου παράξενο μεταξύ των νεαρών αυτών κοριτσιών. Κάποτε οι στίχοι ήταν αυτοσχέδιοι και περιείχαν πειράγματα ή υπονοούμενα για τα τελευταία γεγονότα της οικογένειας.
Όταν τελείωνε το ατομικό τραγούδι, η κοπέλα έλυνε το κόκκινο μαντήλι του δοχείου και έπαιρνε ένα δακτυλίδι. Ανάλογα με τη σημασία του τελευταίου στίχου και ανάλογα με το πως ταίριαζε το περιεχόμενο στην ιδιοκτήτρια του δακτυλιδιού, δινόταν μια εξήγηση που βέβαια ερμηνευόταν με διαφορετικούς τρόπους. Παρ' όλες τις διάφορες άκακες δολοπλοκίες που συνέβαιναν μεταξύ των κοριτσιών, αυτές πίστευαν ότι θα πραγματοποιηθεί ο χρησμός του δακτυλιδιού. Γ' αυτό το λόγο οι φίλες που δεν παρευρίσκονταν στην γιορτή, ρωτούσαν να μάθουν τι τους είχε ταμένο ο κλήδονας.

Σήμερα αυτό το έθιμο έχει ξεχασθεί στη Κύπρο, όμως οι ρίζες του ήταν μια συνέχεια των μαντείων της αρχαιότητας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑ (ΚΛΗΔΟΝΑ)

Τζιαι μπαίνν' ο Μας, τζιαι βκαίνν' ο Μας,
τζιαι μπαίνν' ο Πρωτογιούνης,
τζι' ο Μας με τα τραντάφυλλα, τζι' ο Γούνης με τα μήλα,
Άουστος με τα χλιά νερά, με τα κρυά σταφύλλια.
Αννοίξετε τον κλήδοναν να μπούσιν τα κοράσσια,
να τραουδήσουν για τον Μαν, να δούν το ριζικόν τους.
Το ριζικόν μου ίντα' νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα:
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαι λούσε με μεσ' τ' αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
τζιαι γύρου, γύρου τα πουλλιά τζιαι μέσα τα πεζούνια*.
Πεζούνια μου, πεζούνια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν*,
Ελάτε, σσήρες τζι'  αρφανές, να πάρετε λουβάριν,
πάρετ' εσείς τα πίτερα, τζι' εγιώ το σιμιδάλλιν,
να κάμω τ' αερφούλλη μου σαΐταν με δοξάριν,
που σαϊττεύκει τον ατόν πάνω στο παμπουλάριν.
Σαν έμπαιννα, κατέβαινα τ' άη Γιωρκού την σκάλαν,
εσσιάστικα φραγκόπουλον που κάτω στην καμάραν.
Είπα του «Σύρε μου κλωνίν», σύρνει μ' αραβώναν,
η αραβώνα ίντα 'νι; Σταυρός τζιαι δακτυλίδιν.
Στην πούγγαν μου το έβαλα, της μάνας μου το πήρα.
Μάνα τζι' αν είσαι μάνα μου τζι' εγιώ παιδίν δικόν σου,
κάμε θερμόν τζιαί λούσε με μεσ' τ 'αρκυρήν την λεένην,
τζιαι μέσ' τ' αρκυρολέενον ρίξ' αρκυρόν μασσαίριν
τζιαι φόρησ' μου την σκούφκιαν μου την τρανταμασουρένην,
οπού σσει τράντα μάσουρους τζιαι τράντα μασουρούδκια,
πού' σσει μιαν κούππαν μ' αθθούς τζιαι μιαν κούππαν λιλλέτζια*.
Λιλλέτζια μου, λιλλέτζια μου, πετάξετε με πέρα,
να δω τον θκειόν μου ροδινόν, τον τζύριν μου φεγγάριν,
να δω τον πρώτον μ' αερφόν στην μούλαν καβαλλάρην,
να σούζη την μανίκλαν του, να ππέση το λουβάριν.
Λουβάριν, λουβαρόσπορον τζιαι που να τον φυτέψω;
Να τον φυτέψω στον κρεμμόν, κρεμμά τζιαι πάει κάτω,
να τον φυτέψω στο στρατίν, πατούν τον οι δκιαβάτες.
Να σσίσω την καρτούλλαν μου, να τον φυτέψω μέσα,
τζι' αν έρτουν που του βασιλιά, κλωνίν να μεν τους δώκω
τζι' αν έρτουν που τ'αφέντη μου*, να τους τα ξηριζώσω.

Γλωσσάρι

*Τα πεζούνια ειναι το περιστέρια
*Το λουβάριν είναι το χρυσάφι
*τα λιλλέτζια είναι τα λουλούδια
*Ο αφέντης είναι ο πατέρας